αναφλέγομαι


αναφλέγομαι
αναφλέγομαι βλ. πίν. 22 (κυρίως στον ενεστ. και παρατατ.)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • συνεκφλογούμαι — όομαι, Α αναφλέγομαι από παντού. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἐκφλογοῦμαι «αναφλέγομαι»] …   Dictionary of Greek

  • υπαναφλέγομαι — Α [ἀναφλέγομαι] αναφλέγομαι βαθμηδόν …   Dictionary of Greek

  • αναλάμπω — (Α ἀναλάμπω) εκπέμπω λάμψη ή φλόγα, ακτινοβολώ, λάμπω νεοελλ. ανακτώ την προηγούμενη αίγλη μου, ακμάζω εκ νέου αρχ. 1. αναφλέγομαι, παίρνω φωτιά, ανάβω 2. (για πόλεμο) ξεσπώ και πάλι 3. (για πρόσωπα) συνέρχομαι, αναζωογονούμαι 4. κάνω κάτι να… …   Dictionary of Greek

  • αναπνέω — (Α ἀναπνέω και επικ. ἀμπνείω και ἀμπνύω 1. εισπνέω και εκπνέω αέρα με τους πνεύμονες, ανασαίνω 2. εισπνέω ή εκπνέω χωριστά βρίσκομαι στη ζωή, ζω 4. ευχαριστιέμαι με την αναπνοή, αναζωογονούμαι 5. ελαφρώνω από βάρη ή στενοχώριες, ανακουφίζομαι,… …   Dictionary of Greek

  • εμπυρίζω — ἐμπυρίζω (AM) 1. εμπυρεύω, πυρπολώ, καίω 2. (αμτβ.) καίγομαι, φλέγομαι, πυρπολούμαι 3. μέσ. εμπυρίζομαι παίρνω φωτιά, αναφλέγομαι …   Dictionary of Greek

  • παραφλέγω — Α 1. καίω 2. παθ. αναφλέγομαι …   Dictionary of Greek